Ο Καναδός πρωθυπουργός Mark Carney δήλωσε ότι η Οτάβα θα απαντήσει με αντίστοιχους δασμούς «δολάριο προς δολάριο»
Το καναδικό δολάριο υποχώρησε το πρωί της Δευτέρας 24/8, μετά την κατάρρευση των εμπορικών διαπραγματεύσεων μεταξύ Οτάβας και Ουάσινγκτον, καθώς η νέα κλιμάκωση στη μεταξύ τους εμπορική αντιπαράθεση αναμένεται να οδηγήσει σε υψηλότερες τιμές για ένα ευρύ φάσμα εισαγόμενων προϊόντων και να επιβαρύνει τις προοπτικές ανάπτυξης της καναδικής οικονομίας
Το Σάββατο, οι ΗΠΑ επέβαλαν δασμούς ύψους 50% σε καναδικές εισαγωγές συνολικής αξίας περίπου 20 δισ. δολαρίων, με τον Καναδά να αποτελεί τον δεύτερο μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο των Ηνωμένων Πολιτειών μετά το Μεξικό. Στα προϊόντα που επηρεάζονται περιλαμβάνονται γαλακτοκομικά, κρασί, προϊόντα ξυλείας, έπιπλα, τσιμέντο, κεραμικά, καθώς και προϊόντα από μια σειρά άλλων κλάδων.
Ο Καναδός πρωθυπουργός Mark Carney δήλωσε ότι η Οτάβα θα απαντήσει με αντίστοιχους δασμούς «δολάριο προς δολάριο», οι οποίοι θα τεθούν σε ισχύ από τις 8 Σεπτεμβρίου. Τα αντίμετρα θα αφορούν, μεταξύ άλλων, τον χάλυβα, τα γαλακτοκομικά προϊόντα, τον γεωργικό εξοπλισμό, το χαρτί και τα ηλεκτρονικά είδη. Σύμφωνα με τον ίδιο, περισσότερες λεπτομέρειες θα ανακοινωθούν «τις επόμενες ημέρες».
Στις 8 π.μ. ώρα Ανατολικής Ακτής ΗΠΑ (ET), το καναδικό δολάριο κατέγραφε απώλειες 0,58% έναντι του αμερικανικού δολαρίου. Η βρετανική λίρα υποχώρησε επίσης έναντι του ευρώ, του καναδικού δολαρίου και του ιαπωνικού γεν.
«Δεχθήκαμε επίθεση»
Οι διαπραγματευτικές ομάδες των δύο χωρών επιχείρησαν καθ’ όλη τη διάρκεια της περασμένης εβδομάδας να καταλήξουν σε συμφωνία. Ωστόσο, η αντιπαράθεση κλιμακώθηκε κατά τη διάρκεια του Σαββατοκύριακου, καθώς Ουάσινγκτον και Οτάβα αλληλοκατηγορήθηκαν για την αποτυχία επίτευξης συμφωνίας, αλλά και για αθέμιτες εμπορικές πρακτικές.
Μιλώντας στο CNBC τη Δευτέρα 24/8, ο Αμερικανός εμπορικός εκπρόσωπος Jamieson Greer υποστήριξε ότι οι δύο πλευρές είχαν φτάσει κοντά σε συμφωνία, ωστόσο, όπως είπε, «τις τελευταίες ώρες» η καναδική πλευρά ζήτησε περισσότερα από όσα ήταν διατεθειμένη να προσφέρει η Ουάσινγκτον.
Ο Greer υποστήριξε ότι οι ΗΠΑ είχαν προτείνει στον Καναδά εξαιρετικά ευνοϊκή πρόσβαση στην αμερικανική αγορά, υπογραμμίζοντας παράλληλα ότι θα εξακολουθούσαν να υπάρχουν δασμοί ως μέσο προστασίας των Αμερικανών εργαζομένων και επιχειρήσεων.
Όπως ανέφερε, η αμερικανική πλευρά είχε προτείνει σημαντικές μειώσεις στους δασμούς για τον χάλυβα και το αλουμίνιο, καθώς και εκτεταμένες μειώσεις για τα αυτοκίνητα. Παράλληλα, είχε προσπαθήσει να λάβει υπόψη ευαίσθητους για τον Καναδά τομείς, όπως η ξυλεία μαλακής ξυλείας.
«Απλώς... ήθελαν περισσότερα», δήλωσε ο Greer, προσθέτοντας ότι δεν γνωρίζει εάν η στάση του Καναδά υπαγορεύτηκε από πολιτικούς λόγους, αλλά εκτίμησε ότι «σίγουρα δεν έχει οικονομικό νόημα».
Ο Αμερικανός εμπορικός εκπρόσωπος υποστήριξε ακόμη ότι οι αγορές αντιλαμβάνονται πως τα συγκεκριμένα μέτρα αφορούν ένα σχετικά μικρό τμήμα του διμερούς εμπορίου. Συνολικά, οι δασμοί αντιστοιχούν περίπου στο 0,6% των συνολικών εισαγωγών αγαθών στις ΗΠΑ.
Από την πλευρά του, ο Mark Carney δήλωσε το Σάββατο ότι οι ΗΠΑ «ζήτησαν πάρα πολλά και πρόσφεραν πολύ λίγα».
«Δεν ήμασταν διατεθειμένοι να θέσουμε σε κίνδυνο την κυριαρχία του Καναδά ή να υπονομεύσουμε τις βασικές μας βιομηχανίες», ανέφερε.
Όταν ρωτήθηκε γιατί θεωρεί ότι ο Καναδάς βρίσκεται πλέον σε εμπορικό πόλεμο, ο Carney απάντησε χαρακτηριστικά: «Επειδή μας επιτέθηκαν. Είσαι σε πόλεμο όταν δέχεσαι επίθεση. Δεχθήκαμε επίθεση».
Σύμφωνα με τον Καναδό πρωθυπουργό, σημαντικά σημεία διαφωνίας αποτέλεσαν οι δασμοί σε βασικούς κλάδους, όπως η αυτοκινητοβιομηχανία, ο χάλυβας και το αλουμίνιο. Στις διαπραγματεύσεις προστέθηκαν επίσης ζητήματα που αφορούν την προστασία της γαλλικής γλώσσας στον Καναδά, καθώς και το δικαίωμα της χώρας να συνάπτει ανεξάρτητες εμπορικές συμφωνίες.
Βαθιά αλληλεξαρτώμενες οι οικονομίες ΗΠΑ και Καναδά
Οι ΗΠΑ και ο Καναδάς πραγματοποιούν κάθε χρόνο μεταξύ τους εμπορικές συναλλαγές ύψους δεκάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων σε αγροτικά προϊόντα, ενώ οι αυτοκινητοβιομηχανίες των δύο χωρών είναι στενά συνδεδεμένες μεταξύ τους.
Το εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ έναντι του Καναδά, ύψους 48,3 δισ. δολαρίων, οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στις σημαντικές εισαγωγές καναδικού φυσικού αερίου, ηλεκτρικής ενέργειας και αργού πετρελαίου.
Όπως συνέβη και με την Ευρωπαϊκή Ένωση κατά τη διάρκεια των παρατεταμένων εμπορικών διαπραγματεύσεών της με την κυβέρνηση Trump, η Οτάβα υποστηρίζει ότι η εικόνα αλλάζει όταν στον υπολογισμό συμπεριλαμβάνονται και οι υπηρεσίες, καθώς τότε η εμπορική σχέση με τις ΗΠΑ εμφανίζεται ελλειμματική για τον Καναδά.
Ο Αμερικανός πρόεδρος Donald Trump, σε ανάρτησή του στο Truth Social την Κυριακή, κατηγόρησε τον Καναδά ότι επιδιώκει τα οφέλη του να αποτελεί πολιτεία των ΗΠΑ χωρίς να είναι πραγματικά πολιτεία.
Παράλληλα, υποστήριξε ότι ο Καναδάς έχει επιβάλει εδώ και χρόνια υψηλούς δασμούς στους Αμερικανούς αγρότες, δηλώνοντας ότι αυτή η κατάσταση πρέπει να τερματιστεί.
Οι οικονομικές συνέπειες
Η καναδική οικονομία, η οποία είναι μικρότερη και περισσότερο εξαρτημένη από το διεθνές εμπόριο σε σχέση με την αμερικανική, είναι περισσότερο εκτεθειμένη στις συνέπειες μιας περαιτέρω κλιμάκωσης, σύμφωνα με οικονομολόγους.
Ο Carney έχει αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο δημοσιονομικών μέτρων για τη στήριξη των επιχειρήσεων. Παράλληλα, όμως, προειδοποίησε ότι οι νέοι δασμοί θα αυξήσουν το κόστος και θα περιορίσουν τις επιλογές των Καναδών καταναλωτών.
Οι υφιστάμενοι δασμοί αφορούν περίπου το 5% των καναδικών εξαγωγών αγαθών προς τις ΗΠΑ. Σύμφωνα με τον επικεφαλής διεθνή οικονομολόγο της ING, James Knightley, το μέτρο δεν αποτελεί ένα οριζόντιο και καθολικό πλήγμα για την καναδική οικονομία, ωστόσο για αρκετές μεμονωμένες επιχειρήσεις οι συνέπειες μπορεί να είναι ιδιαίτερα σοβαρές.
Ο ίδιος επισήμανε ότι η κατάσταση είναι επίσης δυσμενής για πολλές μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, ιδιαίτερα στις αμερικανικές παραμεθόριες πολιτείες.
Ο Bradley Saunders, οικονομολόγος της Capital Economics για τη Βόρεια Αμερική, εκτίμησε ότι οι κλάδοι του Καναδά που είναι περισσότερο εκτεθειμένοι στο αμερικανικό εμπόριο θα μπορούσαν να υποστούν σημαντικές πιέσεις από τους υψηλούς δασμούς.
Παράλληλα, δεν προβλέπεται πλέον εξαίρεση για προϊόντα που πληρούν τους κανόνες προέλευσης και παραγωγής της Συμφωνίας ΗΠΑ-Μεξικού-Καναδά (USMCA), η οποία βρίσκεται αυτή την περίοδο υπό επαναδιαπραγμάτευση. Αντίστοιχη εξαίρεση είχε εφαρμοστεί σε προηγούμενους γύρους δασμών που είχε επιβάλει ο Trump από την «Ημέρα Απελευθέρωσης» τον Απρίλιο του 2025.
Παρότι τα προϊόντα που βρίσκονται στο στόχαστρο αντιπροσωπεύουν περίπου 0,6% του καναδικού ΑΕΠ, ο Saunders προειδοποίησε ότι μια σημαντική πτώση των εξαγωγών θα μπορούσε να αρκεί ώστε η ήδη ασθενής ανάπτυξη της καναδικής οικονομίας να κινηθεί προς το μηδέν.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το ενδεχόμενο η μειωμένη αμερικανική ζήτηση για τελικά προϊόντα, όπως έπιπλα και ηλεκτρικός εξοπλισμός, να προκαλέσει δευτερογενείς επιπτώσεις στις πρωτογενείς βιομηχανίες, οι οποίες ήδη αντιμετωπίζουν πιέσεις από τους δασμούς του Άρθρου 232.
Κίνδυνος ύφεσης εάν κλιμακωθεί ο εμπορικός πόλεμος
Η κατάσταση θα μπορούσε να επιδεινωθεί περαιτέρω εάν ο Trump αποφασίσει να απαντήσει στα καναδικά αντίμετρα με νέους δασμούς.
Ο Saunders εκτιμά ότι εάν ο συντελεστής 50% επεκταθεί στο 20% των αμερικανικών εξαγωγών αγαθών προς τον Καναδά, από περίπου 5% σήμερα, το καναδικό ΑΕΠ θα μπορούσε να μειωθεί κατά περίπου 2%, οδηγώντας τη χώρα σε ύφεση.
Ο Christian Lawrence, επικεφαλής στρατηγικός αναλυτής για διάφορες κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων και επικεφαλής έρευνας για τις αμερικανικές και ενεργειακές αγορές στη Rabobank, εκτίμησε ότι το υφιστάμενο πακέτο μέτρων θα έχει περιορισμένες επιπτώσεις στις ΗΠΑ.
Ωστόσο, όπως προειδοποίησε, ο κίνδυνος αυξάνεται εάν η Οτάβα αποφασίσει να επεκτείνει τα αντίμετρα και σε άλλες κατηγορίες προϊόντων.
«Εδώ ακριβώς βρίσκεται η δυσκολία για τον Καναδά», ανέφερε ο Lawrence, επισημαίνοντας ότι η ουσιαστική διαφοροποίηση από τη μεγαλύτερη καταναλωτική αγορά του κόσμου, η οποία βρίσκεται ακριβώς δίπλα στον Καναδά, είναι εξαιρετικά δύσκολη.
Σκληρή στάση από τον Carney παρά το κόστος
Παρά τις πιθανές οικονομικές συνέπειες, η στάση του Carney έχει λάβει σημαντική υποστήριξη στο εσωτερικό του Καναδά.
Πρόσφατες δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η πλειονότητα των Καναδών τάσσεται υπέρ μιας σκληρής διαπραγματευτικής γραμμής απέναντι στις ΗΠΑ. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, αυξάνεται ο αριθμός των πολιτών που εκφράζουν ανησυχία για την ασφάλεια των θέσεων εργασίας τους.
Σύμφωνα με τον Καναδό οικονομολόγο Trevor Tombe, η διατήρηση αμερικανικών δασμών ύψους 50% θα μπορούσε να οδηγήσει σε περίπου 90.000 απώλειες θέσεων εργασίας.
Ο Carney εξελέγη πρωθυπουργός τον Μάρτιο του 2025, έχοντας βασίσει σε μεγάλο βαθμό την προεκλογική του εκστρατεία στη δέσμευση ότι θα αντισταθεί στις πιέσεις του Λευκού Οίκου.
Το κλίμα μεταξύ των δύο χωρών είχε ήδη επιδεινωθεί, μεταξύ άλλων, μετά τις αναφορές ότι Καναδοί καταναλωτές και καταστήματα απομάκρυναν αμερικανικά αλκοολούχα ποτά από τα ράφια τους, σε ένδειξη αντίδρασης στην εμπορική πολιτική της Ουάσινγκτον.
Από την πλευρά της αντιπολίτευσης, ο ηγέτης των Συντηρητικών Pierre Poilievre δήλωσε το Σάββατο ότι ο Καναδάς «δεν μπορεί να δεχτεί μονομερείς δασμούς που θα αποβιομηχανοποιήσουν τη χώρα».
Η νέα σύγκρουση μεταξύ Οτάβας και Ουάσινγκτον δείχνει, έτσι, να εισέρχεται σε ιδιαίτερα κρίσιμη φάση, με τον κίνδυνο ενός ευρύτερου εμπορικού πολέμου να αυξάνεται και τις οικονομικές επιπτώσεις να γίνονται ολοένα πιο αισθητές στον Καναδά.
www.bankingnews.gr
Το Σάββατο, οι ΗΠΑ επέβαλαν δασμούς ύψους 50% σε καναδικές εισαγωγές συνολικής αξίας περίπου 20 δισ. δολαρίων, με τον Καναδά να αποτελεί τον δεύτερο μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο των Ηνωμένων Πολιτειών μετά το Μεξικό. Στα προϊόντα που επηρεάζονται περιλαμβάνονται γαλακτοκομικά, κρασί, προϊόντα ξυλείας, έπιπλα, τσιμέντο, κεραμικά, καθώς και προϊόντα από μια σειρά άλλων κλάδων.
Ο Καναδός πρωθυπουργός Mark Carney δήλωσε ότι η Οτάβα θα απαντήσει με αντίστοιχους δασμούς «δολάριο προς δολάριο», οι οποίοι θα τεθούν σε ισχύ από τις 8 Σεπτεμβρίου. Τα αντίμετρα θα αφορούν, μεταξύ άλλων, τον χάλυβα, τα γαλακτοκομικά προϊόντα, τον γεωργικό εξοπλισμό, το χαρτί και τα ηλεκτρονικά είδη. Σύμφωνα με τον ίδιο, περισσότερες λεπτομέρειες θα ανακοινωθούν «τις επόμενες ημέρες».
Στις 8 π.μ. ώρα Ανατολικής Ακτής ΗΠΑ (ET), το καναδικό δολάριο κατέγραφε απώλειες 0,58% έναντι του αμερικανικού δολαρίου. Η βρετανική λίρα υποχώρησε επίσης έναντι του ευρώ, του καναδικού δολαρίου και του ιαπωνικού γεν.
«Δεχθήκαμε επίθεση»
Οι διαπραγματευτικές ομάδες των δύο χωρών επιχείρησαν καθ’ όλη τη διάρκεια της περασμένης εβδομάδας να καταλήξουν σε συμφωνία. Ωστόσο, η αντιπαράθεση κλιμακώθηκε κατά τη διάρκεια του Σαββατοκύριακου, καθώς Ουάσινγκτον και Οτάβα αλληλοκατηγορήθηκαν για την αποτυχία επίτευξης συμφωνίας, αλλά και για αθέμιτες εμπορικές πρακτικές.
Μιλώντας στο CNBC τη Δευτέρα 24/8, ο Αμερικανός εμπορικός εκπρόσωπος Jamieson Greer υποστήριξε ότι οι δύο πλευρές είχαν φτάσει κοντά σε συμφωνία, ωστόσο, όπως είπε, «τις τελευταίες ώρες» η καναδική πλευρά ζήτησε περισσότερα από όσα ήταν διατεθειμένη να προσφέρει η Ουάσινγκτον.
Ο Greer υποστήριξε ότι οι ΗΠΑ είχαν προτείνει στον Καναδά εξαιρετικά ευνοϊκή πρόσβαση στην αμερικανική αγορά, υπογραμμίζοντας παράλληλα ότι θα εξακολουθούσαν να υπάρχουν δασμοί ως μέσο προστασίας των Αμερικανών εργαζομένων και επιχειρήσεων.
Όπως ανέφερε, η αμερικανική πλευρά είχε προτείνει σημαντικές μειώσεις στους δασμούς για τον χάλυβα και το αλουμίνιο, καθώς και εκτεταμένες μειώσεις για τα αυτοκίνητα. Παράλληλα, είχε προσπαθήσει να λάβει υπόψη ευαίσθητους για τον Καναδά τομείς, όπως η ξυλεία μαλακής ξυλείας.
«Απλώς... ήθελαν περισσότερα», δήλωσε ο Greer, προσθέτοντας ότι δεν γνωρίζει εάν η στάση του Καναδά υπαγορεύτηκε από πολιτικούς λόγους, αλλά εκτίμησε ότι «σίγουρα δεν έχει οικονομικό νόημα».
Ο Αμερικανός εμπορικός εκπρόσωπος υποστήριξε ακόμη ότι οι αγορές αντιλαμβάνονται πως τα συγκεκριμένα μέτρα αφορούν ένα σχετικά μικρό τμήμα του διμερούς εμπορίου. Συνολικά, οι δασμοί αντιστοιχούν περίπου στο 0,6% των συνολικών εισαγωγών αγαθών στις ΗΠΑ.
Από την πλευρά του, ο Mark Carney δήλωσε το Σάββατο ότι οι ΗΠΑ «ζήτησαν πάρα πολλά και πρόσφεραν πολύ λίγα».
«Δεν ήμασταν διατεθειμένοι να θέσουμε σε κίνδυνο την κυριαρχία του Καναδά ή να υπονομεύσουμε τις βασικές μας βιομηχανίες», ανέφερε.
Όταν ρωτήθηκε γιατί θεωρεί ότι ο Καναδάς βρίσκεται πλέον σε εμπορικό πόλεμο, ο Carney απάντησε χαρακτηριστικά: «Επειδή μας επιτέθηκαν. Είσαι σε πόλεμο όταν δέχεσαι επίθεση. Δεχθήκαμε επίθεση».
Σύμφωνα με τον Καναδό πρωθυπουργό, σημαντικά σημεία διαφωνίας αποτέλεσαν οι δασμοί σε βασικούς κλάδους, όπως η αυτοκινητοβιομηχανία, ο χάλυβας και το αλουμίνιο. Στις διαπραγματεύσεις προστέθηκαν επίσης ζητήματα που αφορούν την προστασία της γαλλικής γλώσσας στον Καναδά, καθώς και το δικαίωμα της χώρας να συνάπτει ανεξάρτητες εμπορικές συμφωνίες.
Βαθιά αλληλεξαρτώμενες οι οικονομίες ΗΠΑ και Καναδά
Οι ΗΠΑ και ο Καναδάς πραγματοποιούν κάθε χρόνο μεταξύ τους εμπορικές συναλλαγές ύψους δεκάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων σε αγροτικά προϊόντα, ενώ οι αυτοκινητοβιομηχανίες των δύο χωρών είναι στενά συνδεδεμένες μεταξύ τους.
Το εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ έναντι του Καναδά, ύψους 48,3 δισ. δολαρίων, οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στις σημαντικές εισαγωγές καναδικού φυσικού αερίου, ηλεκτρικής ενέργειας και αργού πετρελαίου.
Όπως συνέβη και με την Ευρωπαϊκή Ένωση κατά τη διάρκεια των παρατεταμένων εμπορικών διαπραγματεύσεών της με την κυβέρνηση Trump, η Οτάβα υποστηρίζει ότι η εικόνα αλλάζει όταν στον υπολογισμό συμπεριλαμβάνονται και οι υπηρεσίες, καθώς τότε η εμπορική σχέση με τις ΗΠΑ εμφανίζεται ελλειμματική για τον Καναδά.
Ο Αμερικανός πρόεδρος Donald Trump, σε ανάρτησή του στο Truth Social την Κυριακή, κατηγόρησε τον Καναδά ότι επιδιώκει τα οφέλη του να αποτελεί πολιτεία των ΗΠΑ χωρίς να είναι πραγματικά πολιτεία.
Παράλληλα, υποστήριξε ότι ο Καναδάς έχει επιβάλει εδώ και χρόνια υψηλούς δασμούς στους Αμερικανούς αγρότες, δηλώνοντας ότι αυτή η κατάσταση πρέπει να τερματιστεί.
Οι οικονομικές συνέπειες
Η καναδική οικονομία, η οποία είναι μικρότερη και περισσότερο εξαρτημένη από το διεθνές εμπόριο σε σχέση με την αμερικανική, είναι περισσότερο εκτεθειμένη στις συνέπειες μιας περαιτέρω κλιμάκωσης, σύμφωνα με οικονομολόγους.
Ο Carney έχει αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο δημοσιονομικών μέτρων για τη στήριξη των επιχειρήσεων. Παράλληλα, όμως, προειδοποίησε ότι οι νέοι δασμοί θα αυξήσουν το κόστος και θα περιορίσουν τις επιλογές των Καναδών καταναλωτών.
Οι υφιστάμενοι δασμοί αφορούν περίπου το 5% των καναδικών εξαγωγών αγαθών προς τις ΗΠΑ. Σύμφωνα με τον επικεφαλής διεθνή οικονομολόγο της ING, James Knightley, το μέτρο δεν αποτελεί ένα οριζόντιο και καθολικό πλήγμα για την καναδική οικονομία, ωστόσο για αρκετές μεμονωμένες επιχειρήσεις οι συνέπειες μπορεί να είναι ιδιαίτερα σοβαρές.
Ο ίδιος επισήμανε ότι η κατάσταση είναι επίσης δυσμενής για πολλές μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, ιδιαίτερα στις αμερικανικές παραμεθόριες πολιτείες.
Ο Bradley Saunders, οικονομολόγος της Capital Economics για τη Βόρεια Αμερική, εκτίμησε ότι οι κλάδοι του Καναδά που είναι περισσότερο εκτεθειμένοι στο αμερικανικό εμπόριο θα μπορούσαν να υποστούν σημαντικές πιέσεις από τους υψηλούς δασμούς.
Παράλληλα, δεν προβλέπεται πλέον εξαίρεση για προϊόντα που πληρούν τους κανόνες προέλευσης και παραγωγής της Συμφωνίας ΗΠΑ-Μεξικού-Καναδά (USMCA), η οποία βρίσκεται αυτή την περίοδο υπό επαναδιαπραγμάτευση. Αντίστοιχη εξαίρεση είχε εφαρμοστεί σε προηγούμενους γύρους δασμών που είχε επιβάλει ο Trump από την «Ημέρα Απελευθέρωσης» τον Απρίλιο του 2025.
Παρότι τα προϊόντα που βρίσκονται στο στόχαστρο αντιπροσωπεύουν περίπου 0,6% του καναδικού ΑΕΠ, ο Saunders προειδοποίησε ότι μια σημαντική πτώση των εξαγωγών θα μπορούσε να αρκεί ώστε η ήδη ασθενής ανάπτυξη της καναδικής οικονομίας να κινηθεί προς το μηδέν.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το ενδεχόμενο η μειωμένη αμερικανική ζήτηση για τελικά προϊόντα, όπως έπιπλα και ηλεκτρικός εξοπλισμός, να προκαλέσει δευτερογενείς επιπτώσεις στις πρωτογενείς βιομηχανίες, οι οποίες ήδη αντιμετωπίζουν πιέσεις από τους δασμούς του Άρθρου 232.
Κίνδυνος ύφεσης εάν κλιμακωθεί ο εμπορικός πόλεμος
Η κατάσταση θα μπορούσε να επιδεινωθεί περαιτέρω εάν ο Trump αποφασίσει να απαντήσει στα καναδικά αντίμετρα με νέους δασμούς.
Ο Saunders εκτιμά ότι εάν ο συντελεστής 50% επεκταθεί στο 20% των αμερικανικών εξαγωγών αγαθών προς τον Καναδά, από περίπου 5% σήμερα, το καναδικό ΑΕΠ θα μπορούσε να μειωθεί κατά περίπου 2%, οδηγώντας τη χώρα σε ύφεση.
Ο Christian Lawrence, επικεφαλής στρατηγικός αναλυτής για διάφορες κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων και επικεφαλής έρευνας για τις αμερικανικές και ενεργειακές αγορές στη Rabobank, εκτίμησε ότι το υφιστάμενο πακέτο μέτρων θα έχει περιορισμένες επιπτώσεις στις ΗΠΑ.
Ωστόσο, όπως προειδοποίησε, ο κίνδυνος αυξάνεται εάν η Οτάβα αποφασίσει να επεκτείνει τα αντίμετρα και σε άλλες κατηγορίες προϊόντων.
«Εδώ ακριβώς βρίσκεται η δυσκολία για τον Καναδά», ανέφερε ο Lawrence, επισημαίνοντας ότι η ουσιαστική διαφοροποίηση από τη μεγαλύτερη καταναλωτική αγορά του κόσμου, η οποία βρίσκεται ακριβώς δίπλα στον Καναδά, είναι εξαιρετικά δύσκολη.
Σκληρή στάση από τον Carney παρά το κόστος
Παρά τις πιθανές οικονομικές συνέπειες, η στάση του Carney έχει λάβει σημαντική υποστήριξη στο εσωτερικό του Καναδά.
Πρόσφατες δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η πλειονότητα των Καναδών τάσσεται υπέρ μιας σκληρής διαπραγματευτικής γραμμής απέναντι στις ΗΠΑ. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, αυξάνεται ο αριθμός των πολιτών που εκφράζουν ανησυχία για την ασφάλεια των θέσεων εργασίας τους.
Σύμφωνα με τον Καναδό οικονομολόγο Trevor Tombe, η διατήρηση αμερικανικών δασμών ύψους 50% θα μπορούσε να οδηγήσει σε περίπου 90.000 απώλειες θέσεων εργασίας.
Ο Carney εξελέγη πρωθυπουργός τον Μάρτιο του 2025, έχοντας βασίσει σε μεγάλο βαθμό την προεκλογική του εκστρατεία στη δέσμευση ότι θα αντισταθεί στις πιέσεις του Λευκού Οίκου.
Το κλίμα μεταξύ των δύο χωρών είχε ήδη επιδεινωθεί, μεταξύ άλλων, μετά τις αναφορές ότι Καναδοί καταναλωτές και καταστήματα απομάκρυναν αμερικανικά αλκοολούχα ποτά από τα ράφια τους, σε ένδειξη αντίδρασης στην εμπορική πολιτική της Ουάσινγκτον.
Από την πλευρά της αντιπολίτευσης, ο ηγέτης των Συντηρητικών Pierre Poilievre δήλωσε το Σάββατο ότι ο Καναδάς «δεν μπορεί να δεχτεί μονομερείς δασμούς που θα αποβιομηχανοποιήσουν τη χώρα».
Η νέα σύγκρουση μεταξύ Οτάβας και Ουάσινγκτον δείχνει, έτσι, να εισέρχεται σε ιδιαίτερα κρίσιμη φάση, με τον κίνδυνο ενός ευρύτερου εμπορικού πολέμου να αυξάνεται και τις οικονομικές επιπτώσεις να γίνονται ολοένα πιο αισθητές στον Καναδά.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών